• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
heart disease n(cardiac illness)καρδιοπάθεια ουσ θηλ
  καρδιακή πάθηση επίθ + ουσ θηλ
  πάθηση της καρδιάς φρ ως ουσ θηλ
 Heart disease is a serious health problem in the modern Western world.
 Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο οι καρδιακές παθήσεις αποτελούν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
congenital heart disease n(heart defect at birth) (ιατρική)συγγενής καρδιοπάθεια επίθ + ουσ θηλ
  συγγενής καρδιακή νόσος φρ ως ουσ θηλ
 Mr. and Mrs. Hollins were devastated to learn that their newborn son had a congenital heart disease.
 Ο κύριος και η κυρία Χόλινς συγκλονίστηκαν όταν έμαθαν ότι ο νεογέννητος γιος τους πάσχει από συγγενή καρδιοπάθεια.
coronary heart disease n(cardiac illness)στεφανιαία αρτηριακή νόσος επίθ + επίθ + ουσ θηλ
ischemic heart disease (US),
ischaemic heart disease (UK)
n
(common form of cardiac illness) (ιατρική)ισχαιμική καρδιοπάθεια επίθ + ουσ θηλ
 Ischaemic heart disease can eventually lead to a heart attack if not treated.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση heart disease στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «heart disease».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!